χρώμιο(ν)

χρώμιο(ν)
το хим. хром

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "χρώμιο(ν)" в других словарях:

  • χρώμιο — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 640 μ.) του νομού Κοζάνης. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (46 τ. χλμ.). Άποψη του οικισμού Χρώμιο στην Κοζάνη. * * * το, Ν χημ. μεταλλικό χημικό στοιχείο με σύμβολο Cr και ατομικό αριθμό 24, που ανήκει στην ομάδα VIb τών… …   Dictionary of Greek

  • χρώμιο — το χημικό στοιχείο με σύμβολο Cr, ατομικό αριθμό 24 και ατομικό βάρος 51,99 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χάλυβας — Κράμα του σιδήρου, στο οποίο περιέχεται άνθρακας κατά 1,7 1,8% και άλλα μεταλλικά και μη μεταλλικά στοιχεία, κατάλληλα για να προσδώσουν στο κράμα ειδικές ιδιότητες (βανάδιο, βολφράμιο, νικέλιο, χρώμιο), ενώ άλλα στοιχεία βρίσκονται ως… …   Dictionary of Greek

  • βυρσοδεψία — Οι τεχνικές και χημικές επεξεργασίες που κάνουν άσηπτα και αδιάβροχα τα δέρματα των ζώων. Η χρήση των δερμάτων για προστατευτικά καλύμματα και ενδύματα έχει τις ρίζες της στους προϊστορικούς χρόνους. Πολυάριθμες ενδείξεις παρουσιάζουν ως… …   Dictionary of Greek

  • διαλυτότητα — Όρος με τον οποίο, σύμφωνα με έναν ορισμό γενικού χαρακτήρα ο οποίος ισχύει για όλα τα δυνατά διαλύματα, καθορίζεται η μέγιστη ποσότητα ενός σώματος που μπορεί να διαλυθεί σε μία συγκεκριμένη ποσότητα διαλύτη, σε ορισμένη θερμοκρασία. Με αυτό τον …   Dictionary of Greek

  • μολυβδαίνιο — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Μο· ανήκει στην έβδομη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, στη δεύτερη υποομάδα, έχει ατομικό αριθμό 42, ατομικό βάρος 95,95, επτά σταθερά ισότοπα και έξι ραδιενεργά ισότοπα. Είναι ευρύτατα διαδεδομένο στη… …   Dictionary of Greek

  • χρωμικός — (I) ή, ό, Ν [χρώμα] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χρώμα («χρωμικές μέθοδοι φωτογράφησης»). (II) ή, ό, Ν 1. χημ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χρώμιο («χρωμικά άλατα») 2. φρ. «χρωμικά ορυκτά» (ορυκτ.) μικρή ομάδα σπάνιων ανόργανων ενώσεων… …   Dictionary of Greek

  • χρωμιούχος — α, ο, Ν χημ.. (για χημική ένωση) αυτός που περιέχει χρώμιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρώμιο + ούχος* (< έχω), πρβλ. χλωρι ούχος] …   Dictionary of Greek

  • όφσετ — (offset). Διεθνώς καθιερωμένος αγγλικός όρος (παράγεται από τις λέξεις off= διεύθυνση και (to) set = θέτω και κατά λέξη σημαίνει μεταφορά), ο οποίος στην τυπογραφική γλώσσα δηλώνει ένα σύστημα έμμεσης εκτύπωσης, κατά το οποίο μεταξύ της… …   Dictionary of Greek

  • σπινέλιοι — Ομάδα ορυκτών που αντιστοιχούν στο γενικό τύπο R’’ O3. R’ Ο: το R’ δείχνει ένα δισθενές μέταλλο (μαγνήσιο, σίδηρο, ψευδάργυρο, μαγγάνιο) και το R’’ ένα τρισθενές (αργίλιο, χρώμιο, σίδηρο). Όλα τα μέλη της ομάδας των σ. κρυσταλλώνονται στο κυβικό… …   Dictionary of Greek

  • Kozani — Gemeinde Kozani Δήμος Κοζάνης (Κοζάνη) …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»